· Πιο κοντά το τέλος του λιγνίτη μετά τις πρόσφατες διεθνείς εξελίξεις
· ΝΑΙ στις ΑΠΕ, αλλά χωρίς αστοχίες που προκαλούν εύλογες αντιδράσεις
Το ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΛΙΓΝΙΤΗ δεν αμφισβητείται πλέον από κανέναν. Ο λιγνίτης εκτός από ρυπογόνος είναι και ΠΑΝΑΚΡΙΒΟΣ κυρίως λόγω κατακόρυφης αύξησης της τιμής του CO2. Οι επιδοτήσεις λειτουργίας (μέσα από τους μηχανισμούς διασφάλισης επάρκειας ισχύος) έπαψαν το 2018, ενώ όπως απέδειξε η διπλή αποτυχία πώλησης λιγνιτικών μονάδων το 2019 ουδείς ενδιαφέρεται να αγοράσει μονάδες, γιατί είναι ασύμφορες. Το διαπιστώσαμε με οδυνηρό τρόπο τη δεκαετία του 2010, ενώ το 2020 ομολογήθηκε ότι η ΔΕΗ μπήκε μέσα κατά 2,3 δις την επταετία 2013-2019 αποκλειστικά και μόνο από τη λιγνιτική δραστηριότητα. Η νέα μονάδα ήταν για χρόνια η «μεγάλη ιδέα» της περιοχής και τώρα που ολοκληρώνεται, παραμένει αμφίβολο αν θα κάψει έστω και ένα γραμμάριο λιγνίτη, δεδομένου ότι θα αντικατασταθεί με μονάδα ορυκτού αερίου πριν το 2025. Τα νέα δεδομένα επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο τη θέση του λιγνίτη. Μετά την απόφαση της ΕΕ να αυξήσει την κλιματική φιλοδοξία για το 2030 από το 40 στο 55% και την πρόσφατη επανένταξη των ΗΠΑ στη Συμφωνία για το Κλίμα, οι τιμές CO2 εκτινάχθηκαν στα 55 ευρώ τον τόνο (σχεδόν διπλασιάστηκαν το 1ο εξάμηνο του 2021), ενώ η ομάδα των 7 ισχυρών κρατών του κόσμου (G7) έβαλε ΤΕΛΟΣ στις επιδοτήσεις μονάδων άνθρακα στο τέλος του 2021. Κάθε ιδέα «παλινόρθωσης» του λιγνίτη έχει πλέον εγκαταλειφθεί, ακόμη και από τους πιο φανατικούς οπαδούς του (άσχετα αν οι ίδιοι δεν το ομολογούν).
Ο επόμενος που μπαίνει ήδη στο μάτι του κυκλώνα είναι το ορυκτό αέριο. Εντούτοις η κυβέρνηση επιμένει στη χρήση του, σχεδιάζοντας αδικαιολόγητα 7 νέες μονάδες συνολικής ισχύος 4,3 GW, συμπεριλαμβανομένης και της Πτολεμαΐδας 5 (αν όντως μετατραπεί σε μονάδα αερίου ισχύος 1 GW). Tην ίδια στιγμή η ευρωπαϊκή νομοθεσία αυστηροποιείται και οι στρόφιγγες χρηματοδότησης για το αέριο κλείνουν, όπως συνέβαινε και με τον λιγνίτη προ δεκαετίας. Δυστυχώς, όπως και τότε, η κυβέρνηση αρνείται ν’ ακούσει τα κελεύσματα των καιρών.